τταπουροκολού (η) ουσ. (πληθ. οι τταπουροκολούες) η μοτοσυκλέτα
μεσοβυζιά (η) ουσ. ο χώρος ανάμεσα στα στήθη μιας γυναίκας
ππεζεβένγκης (ο) ουσ. (πληθ. οι ππεζεβένγκηες) ο κερατάς
εσσέξιξι! επιφώνημα εκφράζει αγανάκτηση
πότσα (η) ουσ. (πληθ. οι πότσες) η μπουκάλα
πορνόν πορνόν επίρ. πρωί πρωί, πολύ νωρίς
πιθκιαβλοζάμπης -ισσα -ικον επίθ. [< πιθκιαύλι (βλ.λ.) + ζάμπα (βλ.λ.)] αυτός που τα πόδια του είναι λεπτά σαν πιθκιαύλι
Link
μεσοβυζιά (η) ουσ. ο χώρος ανάμεσα στα στήθη μιας γυναίκας
ππεζεβένγκης (ο) ουσ. (πληθ. οι ππεζεβένγκηες) ο κερατάς
εσσέξιξι! επιφώνημα εκφράζει αγανάκτηση
πότσα (η) ουσ. (πληθ. οι πότσες) η μπουκάλα
πορνόν πορνόν επίρ. πρωί πρωί, πολύ νωρίς
πιθκιαβλοζάμπης -ισσα -ικον επίθ. [< πιθκιαύλι (βλ.λ.) + ζάμπα (βλ.λ.)] αυτός που τα πόδια του είναι λεπτά σαν πιθκιαύλι
Link